Skip to content Skip to sidebar Skip to footer

Γλυκαιμικός Δείκτης: Από Διατροφικό Εργαλείο σε Εργαλείο Προπαγάνδας Κετογονικών Διαιτών

Ίσως έχεις ακούσει, ότι είναι σημαντικό να τρως κυρίως τρόφιμα χαμηλού γλυκαιμικού δείκτη. Ίσως έχεις ακούσει ότι τα τρόφιμα υψηλού γλυκαιμικού δείκτη είναι «ανθυγιεινά» και πως εκείνα με χαμηλό είναι πάντα «υγιεινά». Ίσως πάλι να έχεις ακολουθήσει μια διατροφή «χαμηλού γλυκαιμικού δείκτη» όχι για να πετύχεις βελτιώσεις στο «τσιμπημένο σάκχαρο», αλλά για την υγεία σου ή για να χάσεις λίπος. Ίσως πάλι να έχεις ακούσει πως μόνο το κρέας, το ψάρι και τα ζωικά προϊόντα όπως το αυγό ή το βούτυρο είναι τα μοναδικά που θα σε βοηθήσουν να πετύχεις τους στόχους σου αφού έχουν μηδέν υδατάνθρακες και άρα δεν αυξάνουν την γλυκόζη του αίματος αφήνοντάς σε, με καλύτερο μεταβολικό προφίλ χωρίς «ακραίες αυξομειώσεις» γλυκόζης και ινσουλίνης – τα περίφημα insulin spikes τα οποία βολικά δεν μπορείς να μετρήσεις με έναν μετρητή γλυκόζης – που σε κάνουν «να πεινάς» ή σου «αυξάνουν την φλεγμονή» ή όποιο άλλο αφήγημα σου έχουν προσφέρει.

Τί ισχύει όμως πραγματικά για τον γλυκαιμικό δείκτη και ποιες είναι οι επιπτώσεις διατροφών χαμηλών σε υδατάνθρακες που προάγουν την κέτωση συνήθως κρύβονται εσφαλμένα πίσω από το επιστημονικό εργαλείο του γλυκαιμικού δείκτη;

Πάμε να δούμε.

Τί είναι ο Γλυκαιμικός Δείκτης και πως Δημιουργήθηκε;

O όρος Γλυκαιμικός Δείκτης προτάθηκε από τον Jenkins και την ομάδα του το 1981 για να περιγράψει την αύξηση της γλυκόζης μετά την κατανάλωση υδατανθράκων σε διάστημα δύο ωρών συγκριτικά με 50 γρ γλυκόζης ή λευκού ψωμιού. Ορίζεται ως η ικανότητα των υδατανθράκων να επηρεάζουν την γλυκόζη του αίματος ανά γραμμάριο υδατάνθρακα (Jenkins, 1981).

Ο γλυκαιμικός δείκτης εμπεριέχει σημαντικά κριτήρια που εμπλέκονται με την ταχύτητα διάσπασης ή απορρόφησης των υδατανθράκων. Ειδικότερα, το περιεχόμενο τους σε φυτικές ίνες, σε πρόσθετα σάκχαρα, η αναλογία σύνθετων προς απλών σακχάρων και εκείνων της υγρής προς στερεή φάσης. Ο γλυκαιμικός δείκτης μπορεί να επηρεαστεί και από παράγοντες όπως η ωρίμανση ή το μαγείρεμα που αλλάζουν την σύνθεση ή την χημική κατάσταση των υδατανθράκων (Atkinson, 2021).

Τα τρόφιμα, κατατάσσονται ως χαμηλού GI όταν το σκορ είναι μικρότερο ή ίσο του 55 στην εκατοστιαία κλίμακα, μέτριου όταν το σκορ τους είναι μεταξύ 56-69 και υψηλού όταν είναι πάνω από 70 (Atkinson, 2021).

Πρακτικά – λοιπόν – ο Γλυκαιμικός Δείκτης, είναι ένα εργαλείο εκπαίδευσης και αυτοδιαχείρισης για διαβητικούς ασθενείς ή όσους ζουν με αντίσταση στην ινσουλίνη, για να μπορούν να κατανοούν την επίδραση των διαφόρων τροφίμων στην γλυκόζη του αίματος και να μπορούν να κάνουν ενημερωμένες επιλογές. Δεν δαιμονοποιεί κανένα τρόφιμο – όχι ούτε τις πατάτες, ούτε το καρπούζι – ούτε υποδεικνύει αυστηρές μερίδες κατανάλωσης.

Αντίθετα, προσφέρει ευελιξία σε όσους ζουν με διαταραχή ανοχής γλυκόζης, καθώς τους βοηθάει να καταναλώνουν με μεγαλύτερη ασφάλεια ότι επιθυμούν, αφού θα μπορούν να «προβλέψουν» καλύτερα την απόκριση του οργανισμού τους και να πράξουν ανάλογα ώστε να προσαρμοστούν για να αποφύγουν «το spike» (την απότομη αύξηση) της γλυκόζης με ορθό υπολογισμό ινσουλίνης (αν υπάρχει ινσουλινοεξάρτηση), με χαλαρό περπάτημα μετά το γεύμα, με κατάλληλο συνδυασμό τροφίμων και ποσοτήτων, με αύξηση κατανάλωσης φυτικών ινών και πολλών άλλων στρατηγικών.

Ισχυρισμοί αναφορικά με τους υδατάνθρακες και η πραγματική τους αξία

Κάπου εδώ, ξεκινάει η στοχευμένη παρανόηση των επιστημονικών δεδομένων για να προωθηθεί το αφήγημα διατροφικών σχημάτων πλούσιων σε λιπαρά – κυρίως κορεσμένα – και πρωτεΐνη ενώ παράλληλα απαιτούν πολύ χαμηλά σε υδατάνθρακες με πρόσχημα φυσικά την ανάγκη ύπαρξης κέτωσης (Ποσοστό Υδατανθράκων 5-10% των συνολικών θερμίδων) και σε λιγότερο ακραία διατροφικά σχήματα χαμηλών υδατανθράκων (Ποσοστό Υδατανθράκων 10-35% των συνολικών θερμίδων) τον γλυκαιμικό δείκτη και τον καλύτερο γλυκαιμικό έλεγχο.

Η παραπληροφόρηση και η δαιμονοποίηση των υδατανθράκων, ξεκινάει τονίζοντας «τις αρνητικές επιπτώσεις» τους. Λέγοντας σου, ότι όλοι οι υδατάνθρακες είναι το ίδιο και έχουν τραγικές συνέπειες στην υγεία, τόσο σε βάθος χρόνου, όσο και άμεσα στον γλυκαιμικό σου έλεγχο. Κάποιοι φτάνουν να τους τοποθετούν στις ρίζες του προβλήματος της διαταραγμένης ανοχής στην γλυκόζη, καθώς αυτοί την αυξάνουν – αγνοώντας κάθε έννοια βιοχημείας και μεταβολισμού των μακροθρεπτικών.

Ας μείνουμε όμως προς το παρόν στο κομμάτι των συσχετίσεων.

Πράγματι, ορισμένοι υδατάνθρακες εμφανίζουν συσχέτιση με ποικιλία ασθενειών όπως ινσουλινοαντίσταση, μεταβολικό σύνδρομο, διαβήτη τύπου 2 (Ludwig, 2018), λιπώδη διήθηση του ήπατος (Jensen, 2018) αλλά και φαρμακοανθεκτική επιληψία, νευροεκφυλιστικές ασθένειες όπως η νόσος του αλτσχάιμερ – που θεωρείται από κάποιους ως ο τέταρτος διαβήτης – η νόσος του Χάντιγκτον, ακόμα και με το Πάρκισον (Zhang, 2021). Ακόμα η κατανάλωση ορισμένων απλών υδατανθράκων έχει συσχετιστεί με την αύξηση των τριγλυκεριδίων – δείκτης που συνδυαστικά με αυξημένη την ολική, την LDL και μειωμένη την HDL χοληστερόλη, υποδεικνύει αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο (Tao, 2022).

Ωστόσο, επιλέγουν συνειδητά να αγνοήσουν την πραγματική αξία των υδατανθράκων.

Οι υδατάνθρακες είναι η κύρια πηγή ενέργειας με αποθηκευτική μορφή εκείνη του γλυκογόνου σε μύες και ήπαρ. Οι ζυμώσιμοι υδατάνθρακες αποτελούν πηγή ενέργειας για την εντερική μικροχλωρίδα και είναι υπόστρωμα για την παραγωγή μικρής αλύσου λιπαρών οξέων (SCFA) που εκτός από την θρέψη των εντεροκυττάρων, εμπλέκονται σε ένα σωρό διεργασίες από την συμβολή τους στο ανοσοποιητικό έως την μνήμη και τη διάθεση (Clemente-Suárez et al., 2022). Εκτός όμως από την αθλητική απόδοση, κύριος ρόλος των υδατανθράκων – ειδικά της γλυκόζης – είναι η τροφοδότηση του εγκεφάλου που απαιτεί το 10% της συνολικής ενέργειας του σώματος (Zhang, 2021). Αποτελέσματα μιας από τις πιο πρόσφατες μεταναλύσεις (Noto, 2023) συσχετίζουν την υπερβολικά μειωμένη κατανάλωση υδατανθράκων – περίπου στο 6% των συνολικών ενεργειακών αναγκών – με 31% αυξημένη πιθανότητα θνησιμότητας από όλα τα αίτια. Στην πραγματικότητα, η ύπαρξη των υδατανθράκων στο διαιτολόγιο είναι αδιαμφισβήτητη και η συνήθης κατανάλωση τους ανέρχεται σε 50-55% επί των ενεργειακών αναγκών για το φυσιολογικό πληθυσμό και 45-65% για ειδικές καταστάσεις ή αθλητές.

Φυσικά, δεν πρόκειται να σου αναφέρουν την πληθώρα προστατευτικών επιδράσεων των υδατανθράκων. Ορισμένοι, όπως εκείνοι των φυτικών ινών, (Soliman, 2019), των φρούτων (Dreher, 2018) και των οσπρίων έχουν συσχετιστεί με μειωμένο κίνδυνο εμφάνισης ασθενειών όπως τα καρδιαγγειακά, διάφορους καρκίνους όλου του μήκους του γαστρεντερικού σωλήνα, φλεγμονώδεις νόσους των εντέρων όπως ΙΦΝΕ αλλά και συνδρόμου ευερέθιστου έντερου, καθώς και των αρθρώσεων, όπως αρθρίτιδας και οστεοαρθρίτιδας. Ακόμα, προστατευτική συσχέτιση παρουσιάζεται και έναντι νευροεκφυλιστικών νοσημάτων (Gómez-Zorita, 2020).

Η πλάνη των Διατροφών Χαμηλών σε Υδατάνθρακες

Αν λάβουμε υπόψιν όλους τους ισχυρισμούς παραπληροφόρησης τόσο από «ειδικούς» επιστήμονες όσο social media influencers, θα περίμενε κανείς πως κόβοντας ή περιορίζοντας τους υδατάνθρακες, θα πραγματοποιηθεί «κάποιο λαμπρό μεταβολικό biohacking θαύμα» και μαγικά δεν θα χρειαστεί να ενδιαφερθεί ποτέ ξανά για την γλυκόζη του αίματος του και αντί για ένα μήλο την ημέρα, τον γιατρό θα τον κρατήσει πέρα μια μπριζόλα μαγειρεμένη στο βούτυρο – γιατί συνήθως υπάρχει και ένα ανεξήγητο μίσος ενάντια στα σπορέλαια (το οποίο απαιτεί το δικό του άρθρο κάποια στιγμή στο μέλλον).

Στην πραγματικότητα; Κάθε διατροφή που είναι τόσο περιοριστική σε ολόκληρες ομάδες μακροθρεπτικών, αναγκαστικά θα έρθουν αντιμέτωπες με την «υγιεινή» εκδοχή της διατροφής και την «ρεαλιστική» εκδοχή. Μια από τις μεγαλύτερες μελέτες κετογονικών διατροφών σε διαβητικούς ασθενείς με παροχή συμβουλευτικής υποστήριξης, εξατομικευμένων πλάνων διατροφής, και συνταγών μαγειρικής, απέτυχε δραματικά να έχει συμμετοχή μακροχρόνια (σε βάθος δύο ετών) με μόλις το 14,1% των 349 συμμετεχόντων που ήρθαν για το follow-up είχε υψηλή προσκόλληση και πληρούσε την προϋπόθεση επαρκής μείωσης των υδατανθράκων. Παράλληλα, στο follow-up των 5 ετών αύξησαν το βάρος τους, αφού διατήρησαν κατά μέσο μόλις 8,8 κιλά απώλειας βάρους από τον μέσο όρο των 15,7 κιλών, ενώ κατά μέσο όρο αυξήθηκε η γλυκοζυλιωμένη στα αρχικά επίπεδα πέραν της ύφεσης, ακόμα και αν στο πρώτο έτος υπήρχε σημαντική μείωση (Athinarayanan et al., 2019), (McKenzie et al., 2024).

Επομένως, πρόκειται για μια διατροφή η οποία δεν είναι δυνατόν να εφαρμοστεί σε βάθος χρόνου. Παράλληλα, λόγω της υψηλής περιεκτικότητας σε κορεσμένα και τρανς λιπαρά, αυξάνει τον κίνδυνο για καρδιαγγειακά νοσήματα χωρίς να βελτιώνει ή να προστατεύει από/τον σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 ακόμα και αν εμπεριέχονται αντιρροπιστικά κάποια «καλά λιπαρά» ξηρών καρπών και ψαριών με καρδιοπροστατευτικές ιδιότητες. Ίσα-ίσα, κάποιες μελέτες υποστηρίζουν ότι οι κετογονικές δίαιτες και οι δίαιτες χαμηλών υδατανθράκων αυξάνουν τον κίνδυνο για εμφάνιση διαβήτη και επηρεάζουν αρνητικά την διαχείρησή του (Kim et al., 2021). Και όλα αυτά, χωρίς την παραμικρή αναφορά για όσα χάνονται από τον σημαντικό περιορισμό των φυτικών ινών, των αντιοξειδωτικών και άλλων φυτοχημικών και των απλών βιταμινών και ιχνοστοιχειών εξαιτίας του περιορισμού των οσπρίων, φρούτων και λαχανικών που συσχετίζονται θετικά με την υγεία και την μακροζωία και την υψηλή λειτουργική ικανότητα κατά την γήρανση (Tessier et al., 2025).

Δίαιτα Χαμηλού Γλυκαιμικού Δείκτη σε Πληθυσμό Διαβητικών Ασθενών

Ποια όμως είναι πραγματικά η δίαιτα χαμηλού γλυκαιμικού δείκτη;

Πρόκειται – όπως προδίδει και το όνομα – για τη δίαιτα εκείνη που σχεδιάζεται με επίκεντρο τον χαμηλό Γλυκαιμικό Δείκτη (<55). Αρχικά προτάθηκε για πληθυσμούς με μεταγευματική υπεργλυκαιμία είτε αυτή προέρχονταν από αντίσταση στην ινσουλίνη, σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 ή 2 ή ακόμα-ακόμα και ως μια εύκολη μέθοδο εκπαίδευσης παιδιών και εφήβων για να επιτύχουν βέλτιστη γλυκαιμική ρύθμιση (Zafar, 2018).

Περιλαμβάνει πληθώρα υδατανθράκων, περίπου 45-55%, αρκετή πρωτεΐνη γύρω στο 20-25%, και λίπος σε ποσοστό 25-35%. Ποσοστά που διαφέρουν φυσικά από μέρα σε μέρα για να προκύψει ένα ρεαλιστικό, ευέλικτο και ισορροπημένο πρόγραμμα διατροφής ακολουθώντας όλους τους κανόνες της μεσογειακής διατροφής δίνοντας παράλληλα έμφαση στον γλυκαιμίκο δείκτη. Είναι πλούσια σε λαχανικά, όσπρια και φρούτα, ενώ τονίζεται η επιλογή ψαριού και άλιπων ζωικών πηγών έναντι του κόκκινου κρέατος και άλλων πηγών κορεσμένου λίπους.

Πράγματι μια εκτενέστατη μετανάλυση, αποδεικνύει ότι η δίαιτα χαμηλού γλυκαιμικού δείκτη έχει θετικές επιδράσεις σε πληθυσμούς με διαταραχές ανοχής γλυκόζης. Ειδικότερα, οδηγεί σε σημαντική πτώση της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης – του κύριου δείκτη της ρύθμισης της γλυκόζης σε βάθος τριμήνου – αλλά και μείωση της γλυκόζης νηστείας. Τα παραπάνω, πιο πρακτικά μεταφράζονται σε λιγότερες και χαμηλότερης έντασης υπό- και υπέρ-γλυκαιμίες άρα και καλύτερο γλυκαιμικό έλεγχο (Thomas & Elliott, 2009). Αναφέρονται ακόμα, πτώσεις στην ολική (TC) και LDL χοληστερόλη χωρίς όμως στατιστικά σημαντική διαφορά στη μείωση του βάρους συγκριτικά με άλλες δίαιτες ελέγχου σε διαβητικούς πληθυσμούς (Zafar, 2019). Αυτή η μείωση της TC και LDL χοληστερόλη, σε άλλες μεταναλύσεις, αποδίδονται αποκλειστικά στη μείωση του βάρους και όχι στην διατροφή χαμηλού γλυκαιμικού δείκτη ως αυτούσια παρέμβαση, συμπεραίνοντας πως δεν υπάρχουν καρδιοπροστατευτικά οφέλη αποκλειστικά σε αυτή την διατροφή (Clar, 2021).

Επομένως, αν είσαι διαβητικός ή ζεις με ινσουλινοαντίσταση, τότε ο γλυκαιμικός δείκτης είναι ένα ακόμα εργαλείο που μπορείς να χρησιμοποιήσεις, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι πρέπει να αποφεύγεις εφ’ όρου ζωής τρόφιμα υψηλού γλυκαιμικού δείκτη, αρκεί να ξέρεις να τα διαχειριστείς με τα υπόλοιπα εργαλεία και τις υπόλοιπες τεχνικές που διαθέτεις.

Δίαιτα Χαμηλού Γλυκαιμικού Δείκτη για Απώλεια Λίπους σε Μη Διαβητικό Πληθυσμό

Αν όμως δεν είσαι διαβητικός, ούτε εμφανίζεις ινσουλινοαντίσταση, τότε έχει νόημα να ακολουθήσεις την διατροφή χαμηλού γλυκαιμικού δείκτη για να χάσεις πιο γρήγορα λίπος και να βελτιώσεις την υγεία σου ή ακόμα-ακόμα και για πρόληψη διαβήτη;

Η δίαιτα χαμηλού γλυκαιμικού δείκτη, σε υπέρβαρους και παχύσαρκους αλλά υγιείς μεταβολικά πληθυσμούς σε ότι αφορά την απόκριση στην ινσουλίνη, δεν σημειώνει στατιστικά σημαντική διαφορά απώλειας βάρους ή δεικτών όπως η γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη ή γλυκόζη νηστείας και λιπιδικών δεικτών μεταξύ της δίαιτας χαμηλού γλυκαιμικού δείκτη και άλλων υποθερμιδικών διαιτών (Chekima, 2023). Και παρά τα αναμενόμενα οφέλη από τη μικρότερη αύξηση της μεταγευματικής γλυκόζης που υποδεικνύουν μεγαλύτερες περιόδους ανάμεσα στα γεύματα και μείωση της αντιλαμβανόμενης πείνας, σε υπέρβαρους και παχύσαρκους πληθυσμούς δεν υπάρχει στατιστικά σημαντική διαφορά ίσως λόγω της υποκλινικής ανθεκτικότητας στην ινσουλίνη (Zafar, 2018).

Κοντολογίς, εφόσον δεν έχεις αντίσταση στην ινσουλίνη, δεν χρειάζεται να σε απασχολεί η αύξηση της γλυκόζης ή η αύξηση της ινσουλίνης μεταγευματικά. Αύξηση της γλυκόζης μετά το γεύμα είναι φυσιολογική και αναμενόμενη σε όλους τους οργανισμούς και το να εστιάζεις αποκλειστικά εκεί αντί για την ποιότητα, την ποσότητα των γευμάτων σου καθώς και τον παράγοντα της άσκησης, δεν θα βελτιώσει δραματικά την υγεία σου (Jarvis et al., 2023), ίσα-ίσα η στέρηση και οι υπερβολικά αυστηροί κανόνες, θα σε κουράσουν και μπορεί να σε οδηγήσουν ή και να αυξήσουν αρνητικές διατροφικές σκέψεις και συμπεριφορές όπως η συναισθηματική υπερφαγία (Polivy et al., 2005).

Συμπερασματικά…

Από τα παραπάνω, εύκολα γίνεται κατανοητό, ότι τα διατροφικά σχήματα χαμηλών υδατανθράκων και τα ακόμα πιο αυστηρά κετογονικά σχήματα, δεν είναι δυνατό να ακολουθηθούν σε βάθος χρόνου. Δεν είναι ωφέλιμα ούτε για διαβητικούς ούτε για υγιείς ανθρώπους για τον έλεγχο ή την πρόληψη του διαβήτη, ενώ όσο πιο πλούσια είναι σε κορεσμένα και τρανς λιπαρά, τόσο αυξάνουν τον καρδιαγγειακό κίνδυνο.

Σε ότι αφορά τον γλυκαιμικό δείκτη, πρόκειται για ένα σημαντικό εργαλείο αυτοδιαχείρισης του διαβήτη και της ινσουλινοαντίστασης που όμως δεν δαιμονοποιεί τρόφιμα.

Αν δεν είσαι ασθενής, δεν θα σε βοηθήσει να χάσεις λίπος πιο γρήγορα, ούτε θα σε βοηθήσει να προστατευτείς από τον διαβήτη. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να ακολουθείς κάποια δίαιτα χαμηλού γλυκαιμικού δείκτη, ούτε κάποια δίαιτα χαμηλών υδατανθράκων για πρόληψη ή για βελτίωση της υγείας σου. Η κατάλληλη διατροφική εκπαίδευση και μια μεσογειακή διατροφή προσφέρουν τα ίδια πλεονεκτήματα για την μακροζωία.

 

References

Athinarayanan, S. J., Adams, R. N., Hallberg, S. J., McKenzie, A. L., Bhanpuri, N. H., Campbell, W. W., Volek, J. S., Phinney, S. D., & McCarter, J. P. (2019). Long-Term Effects of a Novel Continuous Remote Care Intervention Including Nutritional Ketosis for the Management of Type 2 Diabetes: A 2-Year Non-randomized Clinical Trial. Frontiers in Endocrinology, 10, 348. https://doi.org/10.3389/fendo.2019.00348

Atkinson, F. S., Brand-Miller, J. C., Foster-Powell, K., Buyken, A. E., & Goletzke, J. (2021). International tables of glycemic index and glycemic load values 2021: A systematic review. The American Journal of Clinical Nutrition, 114(5), 1625–1632. https://doi.org/10.1093/ajcn/nqab233

Chekima, K., Yan, S. W., Lee, S. W. H., Wong, T. Z., Noor, M. I., Ooi, Y. B., Metzendorf, M.-I., & Lai, N. M. (2023). Low glycaemic index or low glycaemic load diets for people with overweight or obesity. Cochrane Database of Systematic Reviews, 2023(6). https://doi.org/10.1002/14651858.CD005105.pub3

Clar, C., Al-Khudairy, L., Loveman, E., Kelly, S. A., Hartley, L., Flowers, N., Germanò, R., Frost, G., & Rees, K. (2017). Low glycaemic index diets for the prevention of cardiovascular disease. Cochrane Database of Systematic Reviews, 2021(4). https://doi.org/10.1002/14651858.CD004467.pub3

Clemente-Suárez, V. J., Mielgo-Ayuso, J., Martín-Rodríguez, A., Ramos-Campo, D. J., Redondo-Flórez, L., & Tornero-Aguilera, J. F. (2022). The Burden of Carbohydrates in Health and Disease. Nutrients, 14(18), 3809. https://doi.org/10.3390/nu14183809

Dreher, M. L. (2018). Whole Fruits and Fruit Fiber Emerging Health Effects. Nutrients, 10(12), 1833. https://doi.org/10.3390/nu10121833

Gómez-Zorita, S., González-Arceo, M., Fernández-Quintela, A., Eseberri, I., Trepiana, J., & Portillo, M. P. (2020). Scientific Evidence Supporting the Beneficial Effects of Isoflavones on Human Health. Nutrients, 12(12), 3853. https://doi.org/10.3390/nu12123853

Jarvis, P. R. E., Cardin, J. L., Nisevich-Bede, P. M., & McCarter, J. P. (2023). Continuous glucose monitoring in a healthy population: Understanding the post-prandial glycemic response in individuals without diabetes mellitus. Metabolism, 146, 155640. https://doi.org/10.1016/j.metabol.2023.155640

Jensen, T., Abdelmalek, M. F., Sullivan, S., Nadeau, K. J., Green, M., Roncal, C., Nakagawa, T., Kuwabara, M., Sato, Y., Kang, D.-H., Tolan, D. R., Sanchez-Lozada, L. G., Rosen, H. R., Lanaspa, M. A., Diehl, A. M., & Johnson, R. J. (2018). Fructose and sugar: A major mediator of non-alcoholic fatty liver disease. Journal of Hepatology, 68(5), 1063–1075. https://doi.org/10.1016/j.jhep.2018.01.019

Kim, Y., Je, Y., & Giovannucci, E. L. (2021). Association between dietary fat intake and mortality from all-causes, cardiovascular disease, and cancer: A systematic review and meta-analysis of prospective cohort studies. Clinical Nutrition, 40(3), 1060–1070. https://doi.org/10.1016/j.clnu.2020.07.007

Ludwig, D. S. (2002). The Glycemic Index: Physiological Mechanisms Relating to Obesity, Diabetes, and Cardiovascular Disease. JAMA, 287(18), 2414. https://doi.org/10.1001/jama.287.18.2414

Ludwig, D. S., Hu, F. B., Tappy, L., & Brand-Miller, J. (2018). Dietary carbohydrates: Role of quality and quantity in chronic disease. BMJ, k2340. https://doi.org/10.1136/bmj.k2340

McKenzie, A. L., Athinarayanan, S. J., Van Tieghem, M. R., Volk, B. M., Roberts, C. G. P., Adams, R. N., Volek, J. S., Phinney, S. D., & Hallberg, S. J. (2024). 5-Year effects of a novel continuous remote care model with carbohydrate-restricted nutrition therapy including nutritional ketosis in type 2 diabetes: An extension study. Diabetes Research and Clinical Practice, 217, 111898. https://doi.org/10.1016/j.diabres.2024.111898

Noto, H., Goto, A., Tsujimoto, T., & Noda, M. (2013). Low-Carbohydrate Diets and All-Cause Mortality: A Systematic Review and Meta-Analysis of Observational Studies. PLoS ONE, 8(1), e55030. https://doi.org/10.1371/journal.pone.0055030

Polivy, J., Coleman, J., & Herman, C. P. (2005). The effect of deprivation on food cravings and eating behavior in restrained and unrestrained eaters. International Journal of Eating Disorders, 38(4), 301–309. https://doi.org/10.1002/eat.20195

Soliman, G. A. (2019). Dietary Fiber, Atherosclerosis, and Cardiovascular Disease. Nutrients, 11(5), 1155. https://doi.org/10.3390/nu11051155

Tao, L.-C., Xu, J., Wang, T., Hua, F., & Li, J.-J. (2022). Triglyceride-glucose index as a marker in cardiovascular diseases: Landscape and limitations. Cardiovascular Diabetology, 21(1), 68. https://doi.org/10.1186/s12933-022-01511-x

Tessier, A.-J., Wang, F., Korat, A. A., Eliassen, A. H., Chavarro, J., Grodstein, F., Li, J., Liang, L., Willett, W. C., Sun, Q., Stampfer, M. J., Hu, F. B., & Guasch-Ferré, M. (2025). Optimal dietary patterns for healthy aging. Nature Medicine, 31(5), 1644–1652. https://doi.org/10.1038/s41591-025-03570-5

Thomas, D., & Elliott, E. J. (2009). Low glycaemic index, or low glycaemic load, diets for diabetes mellitus. Cochrane Database of Systematic Reviews. https://doi.org/10.1002/14651858.CD006296.pub2

Zafar, M. I., Mills, K. E., Zheng, J., Peng, M. M., Ye, X., & Chen, L. L. (2019). Low glycaemic index diets as an intervention for obesity: A systematic review and meta-analysis: Low GI diets for obesity. Obesity Reviews, 20(2), 290–315. https://doi.org/10.1111/obr.12791

Zafar, M. I., Mills, K. E., Zheng, J., Regmi, A., Hu, S. Q., Gou, L., & Chen, L.-L. (2019). Low-glycemic index diets as an intervention for diabetes: a systematic review and meta-analysis. The American Journal of Clinical Nutrition. doi:10.1093/ajcn/nqz149

Zhang, S., Lachance, B. B., Mattson, M. P., & Jia, X. (2021). Glucose metabolic crosstalk and regulation in brain function and diseases. Progress in Neurobiology, 204, 102089. https://doi.org/10.1016/j.pneurobio.2021.102089