Τί κοινό έχει η μαμά του Μάξιμου και του Αλέξανδρου και οι υγιεινές «μερέντες» τους με την κουλτούρα της δίαιτας; Γιατί κάποια «υγιεινά υποκατάστατα» μας προκαλούν αποτροπιασμό και άλλα περνάνε απαρατήρητα; Και το κυριότερο… πότε σε βοηθάνε και πότε όχι;
Πάμε να δούμε.
-Το γλωσσολογικό ζήτημα
Ένα από τα πρώτα και πιο επιδερμικά σχόλια που γίνονται, είναι για την σύγκριση μέσω του ονόματος του τροφίμου υποκατάστασης που συνήθως «κλέβει» αυτό του «αρχικού». Κάτι τέτοιο απαιτεί τουλάχιστον θράσος. Γιατί ένα άλειμμα με φασόλια να αποκαλείται «μερέντα», ή ένα μπολ με βρώμη, γιαούρτι και μαρμελάδα να βαφτίζεται «cheesecake»; Το γλωσσολογικό ζήτημα προκαλεί από σύγχυση έως γέλια για την άδικη σύγκριση.
Η γλώσσα είναι ένα εύπλαστο εργαλείο για να εξυπηρετεί τις ανάγκες της επικοινωνίας. Κανένας δεν γκρινιάζει για τα βούτυρα καρπών καθότι έχει επικρατήσει αυτή η ονομασία στην καθομιλουμένη, παρότι δεν αποτελούν ζωικά προϊόντα.
Το αν σε ενοχλεί λοιπόν η «σύγκριση» εξαρτάται από τις προσδοκίες σου από αυτή, την γλωσσική ευελιξία σου και το τι έχεις συνηθίσει (αν έχεις συνηθίσει να βλέπεις και να «αποδέχεσαι» «υγιεινά υποκατάστατα» τότε μάλλον δεν θα σε ενοχλήσει τόσο).
Μια εύκολη πρόταση σε αυτό είναι να μην χαρακτηρίζονται υγιεινές εκδοχές από γλυκά/αλμυρά/επεξεργασμένα/«ανθυγιεινά» τρόφιμα αλλά η ουσία τους να αποδίδεται περιγραφικά (π.χ. άλειμμα φασολιών και κακάο, ή γιαούρτι με βρώμη και μαρμελάδα) και να αποφεύγεται όποια σύγκριση.
Επομένως γεννιέται το ερώτημα. Γιατί τα συγκρίνουμε εξαρχής;
-Το εύρος της υποκατάστασης
Ένα τρόφιμο υποκατάστασης πρέπει να «ισορροπήσει» μεταξύ
- της προσομοίωσης της αρχικής γεύσης
- της βελτίωσης του διατροφικού (ή/και θερμιδικού) προφίλ
- την ευκολία προετοιμασίας και το κόστος των υλικών
Το πρώτο και το δεύτερο συνήθως είναι αντιστρόφως ανάλογα. Όσο λιγότερα σάκχαρα, κορεσμένα λίπη, αλάτι, βελτιωτικά γεύσης και θερμίδες έχει ένα τρόφιμο και κατά αντιστοιχία όσο περισσότερη πρωτεΐνη, φυτικές ίνες και whole foods έχει τόσο απομακρύνεται από την γεύση του αρχικού τροφίμου.
Συνήθως οι επιτυχημένες συνταγές υποκατάστασης έχουν χαμηλό κόστος υλικών και μικρό χρόνο προετοιμασίας με ελάχιστο «συμμάζεμα» μετέπειτα για να μπορούν να χωρέσουν στους σύγχρονους ρυθμούς ζωής και να μην βάλουν υπερβολικά πολλά εμπόδια στην «αμεσότητα» που προσδίδει το «έτοιμο»/αρχικό τρόφιμο.
Το ζήτημα των ασυνήθιστων υλικών επίσης είναι καθαρά κοινωνικό και πολιτισμικό, καθώς υλικά όπως το ρύζι ή οι ξηροί καρποί έχουν «αγκαλιαστεί» για την συμβολή τους σε γλυκές και αλμυρές παρασκευές, ενώ τρόφιμα όπως οι χουρμάδες ή η κολοκύθα έχουν «κανονικοποιηθεί» μέσω της συνεχούς έκθεσης του κοινού σε αυτά. Δηλαδή αν έβλεπες κάθε μέρα γλυκές συνταγές με γίγαντες και ρεβίθια μέσα σε γλυκά όπως brownies ή ακόμα και κέικ τότε θα τα είχες συνηθίσει ακριβώς όπως το ρυζόγαλο ή τις άπειρες γεύσεις γλυκών του κουταλιού (πχ ελιά!!).
Το τρόφιμο υποκατάστασης με το βελτιωμένο προφίλ του μπορεί να έχει έναν ή παραπάνω σκοπούς όπως:
- να αυξήσει τον κορεσμό
- να αυξήσει την θρεπτική αξία του τρόφιμου
- να μειώσει την θερμιδική αξία του «αρχικού» τρόφιμου έμπνευσης (βελτιώνοντας ή και όχι την θρεπτική του αξία… το να μειωθεί η ποσότητα λίπους και να αντικατασταθεί με ελεύθερα σάκχαρα, μειώνει τις θερμίδες αλλά δεν βελτιώνει την ποιότητα)
- να απευθυνθεί σε ένα ειδικό κοινό (π.χ. άτομα που ζουν με διαβήτη, άτομα με ειδικές διατροφικές ανάγκες όπως αποφυγή γλουτένης) και άρα να έχει κάποιο πιο συγκεκριμένο στόχο π.χ. μείωση ελεύθερων σακχάρων, γλουτένης, κορεσμένου λίπους κ.τ.λ.
-Προσήλωση στον στόχο: υγεία, ηθική και στέρηση
Ένα τρόφιμο υποκατάστασης από μόνο του δεν μπορεί να προκαλέσει κακό. Αυτό που το μετατρέπει από «εργαλείο» σε κάτι «επιβλαβές», είναι η πρόθεση πίσω από την κατανάλωσή του.
Τρως ένα τρόφιμο υποκατάστασης για να πετύχεις/διατηρήσεις τον στόχο σου (π.χ. υγιές ποσοστό λίπους ΚΑΙ μυϊκής μάζας, κάποιο βιοχημικό όριο στις αιματολογικές σου) ή για να φροντίσεις την υγεία σου (π.χ. βελτίωση ινσουλινοαντίστασης); Τότε τηρείς την πρώτη προϋπόθεση.
Πως σε κάνει να αισθάνεσαι το τρόφιμο υποκατάστασης όμως; Το βλέπεις ως μία ακόμα επιλογή που θα κάνει πιο γεμάτη την καθημερινότητα σου; Το βλέπεις ως αυτοφροντίδα; Ή παρατηρείς πως σε επηρεάζει αρνητικά με επιβολή («πρέπει να το φάω»), περιορισμό και ανυπομονησία για το «αληθινό», αίσθημα τιμωρίας και απώλειας έναντι του «αρχικού», «Απαγορευμένου», «κακού», «ανθυγιεινού» τροφίμου στο οποίο προσδίδεις αυτές και άλλες τόσες ταμπέλες; Μήπως σου προκαλεί φόβο απώλειας ελέγχου την επόμενη φορά που θα κληθείς να το καταναλώσεις;
Αρνητικά συναισθήματα όπως τα παραπάνω, υπονομεύουν την σχέση μας με το φαγητό και μας απομακρύνουν από τον στόχο μας. Τότε η αναφορά σε «βρώμη εμπνευσμένη από cheesecake» μόνο θα σου θυμίσει τι «έχασες» και δεν θα σε βοηθήσει να δεις πως βρήκες ένα νόστιμο, χορταστικό πρωινό που μπορείς (ανάλογα με τον στόχο σου) να απολαμβάνεις ακόμα και καθημερινά.
Η κατάσταση χειροτερεύει ακόμα παραπάνω, όταν εμπλέκονται ηθικοί κανόνες σε όλο αυτό…

-Το Diet Culture και η «ηθική»
Και κάπως έτσι φτάνουμε και στην μαμά του Μάξιμου και του Αλέξανδρου αλλά και κάθε άλλο influencer αυτού του τύπου – γιατί η αναφορά τους δεν αποτελεί στοχοποίηση.
Η κουλτούρα της δίαιτας διαδίδει και κανονικοποιεί την χονδροφοβία (στιγματισμός, ρητορική μίσους και έλλειψη ιατροφαρμακευτική περίθαλψης λόγω αποκλειστικής ατομικής ευθύνης στην διαχείριση του βάρους σε άτομα που ζουν με παραπάνω βάρος) και θέτει ως ανάχωμα ακραίες συμπεριφορές ώστε το άτομο να επιστρέψει ή να διατηρήσει ένα χαμηλό για το ύψος του βάρος. Πάντα με σημαία και βασικό πρόσχημα την υγεία του ατόμου και συνολικά της κοινωνίας.
Η αποκλειστική χρήση «υποκατάστατων τροφίμων» και άρα η πλήρης αποφυγή – ακόμα και απαγόρευση – επεξεργασμένων, πολυθερμιδικών ή θρεπτικά φτωχνών τροφίμων, είτε για λόγους διαχείρισης βάρους και εικόνας σώματος, πρόληψης ασθενειών ή μεγιστοποίησης της θρεπτικής αξίας του κάθε τροφίμου και άρα της διατροφής συνολικά – το καθένα ξεχωριστά ή και όλα μαζί – δεν υποδεικνύουν κακή σχέση με το φαγητό. Υποδεικνύουν φόβο απώλειας ελέγχου, χονδροφοβία ακόμα και τάσεις ορθορεξίας την στιγμή που η σωματική δυσμορφική διαταραχή αυξάνεται ραγδαία και από την καθημερινή έκθεση στα social media.

Αν στα παραπάνω προσθέσουμε μια δόση λοιπών στερεοτύπων και υπερ-ατομικιστικών ιδεολογιών όπως trad wives και homesteading movement, «σπιτικό» = πάντα καλό, υποθερμιδικό = «υγιεινό», το φαγητό είναι «ανταμοιβή» (π.χ. πρέπει να κάνω αυτό για να φάω αυτό) ή «τιμωρία» (π.χ. έφαγα τώρα πρέπει να γυμναστώ ή δεν έκανα αυτό θα φάω λιγότερο), κρέας = αρρενωπότητα, θηλυκότητες = μικρή όρεξη, και πολλά, πολλά άλλα… Τότε, η σχέση με το φαγητό παύει να είναι μια απολαυστική απόκριση σε σήματα κορεσμού με κοινωνικές και συναισθηματικές προεκτάσεις. Μετασχηματίζεται, έτσι, σε κάτι τοξικό από το οποίο πρέπει να απελευθερωθούμε είτε με ακρότητες (π.χ. υπερφαγικά επεισόδια ή με κύκλους στέρησης), είτε με πλήρη υποταγή στους αόρατους και συχνά υποσυνείδητους κανόνες. Η σχέση μας με το φαγητό καθρεφτίζει και την σχέση μας με την εικόνα του σώματος – η οποία προφανώς δεν μπορεί να είναι ισορροπημένη ακόμα και όταν δεν έχουμε την «ιδανική» εμφάνιση.
Όταν αντιδράς λοιπόν σε ακραία υποκατάστατα τροφίμων, δεν αντιδράς σε κάποιον με ιδιαίτερες διατροφικές ανάγκες ή στόχους που προσπαθεί να τους υποστηρίξει διατροφικά για να κάνει πιο ευχάριστη την καθημερινότητα με την χρήση ενός ακόμα «εργαλείου». Στην πραγματικότητα, αντιδράς στην τοποθέτηση της εικόνας του σώματος ως μέγιστη προτεραιότητα με τον μανδύα της υγείας. Αντιδράς γιατί αναγνωρίζεις ότι υγεία σημαίνει ισορροπία και όχι υπερβολική προσήλωση στην εικόνα σώματος, τις αιματολογικές ή άλλους δείκτες. Αντιδράς στην τοποθέτηση συνειδητών ή υποσυνείδητων ταμπελών σε τρόφιμα ως «υγιεινά» και «ανθυγιεινά», «καλά» και «κακά» και στον απόλυτο περιορισμό των «απαγορευμένων» που επιφέρει η κουλτούρα της δίαιτας.
Και πολύ καλά κάνεις.
References:
Gupta, M., Jassi, A., & Krebs, G. (2023). The association between social media use and body dysmorphic symptoms in young people. Frontiers in Psychology, 14, 1231801. https://doi.org/10.3389/fpsyg.2023.1231801
Milton, A., Hambleton, A., Roberts, A., Davenport, T., Flego, A., Burns, J., & Hickie, I. (2021). Body Image Distress and Its Associations From an International Sample of Men and Women Across the Adult Life Span: Web-Based Survey Study. JMIR Formative Research, 5(11), e25329. https://doi.org/10.2196/25329
Munro, E., Wells, G., Paciente, R., Wickens, N., Ta, D., Mandzufas, J., Lombardi, K., & Woolard, A. (n.d.). Diet culture on TikTok: A descriptive content analysis. Public Health Nutrition, 27(1), e169. https://doi.org/10.1017/S1368980024001381΄
Pérez‐Buenfil, L. Á., & Morales‐Sánchez, M. A. (2025). Prevalence of Body Dysmorphic Disorder: A Systematic Review and Meta‐Analysis. Journal of Cosmetic Dermatology, 24(4), e70121. https://doi.org/10.1111/jocd.70121
Putrevu, J., & Mertzanis, C. (2026). Wellness Sector Transformation: A Systematic Review of Trends, Challenges, and Future Research Directions. Journal of Economic Surveys, 40(2), 1000–1026. https://doi.org/10.1111/joes.70032
Rodgers, R. F., Laveway, K., Campos, P., & De Carvalho, P. H. B. (2023). Body image as a global mental health concern. Cambridge Prisms: Global Mental Health, 10, e9. https://doi.org/10.1017/gmh.2023.2
Suhag, K., & Rauniyar, S. (n.d.). Social Media Effects Regarding Eating Disorders and Body Image in Young Adolescents. Cureus, 16(4), e58674. https://doi.org/10.7759/cureus.58674

